Με επίσηµους όρους, στόχος του εγκλεισµού
σε χώρους κράτησης είναι η καταπολέµηση της
παράνοµης µετανάστευσης. «Όπως γράφει ο
Πιερ Τουρνιέ σε επίσηµη έκδοση της Ευρωπαϊκής
Επιτροπής, “πρόκειται για µια σκόπιµη επιλογή για
να αντιµετωπιστεί η παράνοµη µετανάστευση δια
µέσου της φυλάκισης”»14. Ουσιαστικός λόγος είναι
ο περιορισµός της µετανάστευσης ως ατοµικής
επιλογής. Στη συνέχεια ο φραγµός και οχύρωση
των συνόρων και η επινόηση των προσφορότερων
διαδικασιών απαλλαγής από όσους επιζητούντες
στέγη και τροφή κατορθώνουν µολαταύτα να
διασχίζουν τα σύνορα. Επιµέρους στόχο αποτελεί ο
περιορισµός του αριθµού των αιτούντων άσυλο.
Ακόµη περισσότερο αναγκαία -εφόσον τελικά
ο αριθµός των εισερχοµένων είναι µεγάλος- είναι
η διαχείριση της πολυπληθούς αυτής εισροής και
αυτό δε γίνεται µόνο υψώνοντας τείχη στα σύνορα.
Τα τείχη αυτά όχι µόνο φράσσουν την κινητικότητα
αλλά και την περικλείουν. Η λογική που έχει πίσω
του το φαινόµενο της «διαχείρισης» όπως παρατηρεί
ο G. Agamben είναι ότι «πρέπει να αντιµετωπιστεί
µάλλον η κινητικότητα παρά η µονιµότητα. Είναι στις
µοναδικότητες εν κινήσει που πρέπει να υπάρξει
παρέµβαση».15 Ίσως τελικά να µην πρόκειται
«απλώς για ρύθµιση των ροών», όπως συνεχίζει ο G.
Agamben, «η ύπαρξη αυτών των χώρων αποκαλύπτει
τη βιοπολιτική ουσία του ελέγχου αυτών των ροών».
«Εφόσον πρόκειται εξαρχής για άτοµα των οποίων ο
καθορισµός της ταυτότητας στη βάση του κριτηρίου
της εθνικότητας και της ιδιότητας του πολίτη δε
µπορεί να λειτουργήσει, σαν τέτοια είναι που τελικά,
µέσω της απέλασης, απογυµνώνονται κάθε δικαιικής
υπόστασης και κρατούνται σε αυτούς τους τόπους. Η
÷þñïò êñÜôçóçò óôç ÂÝííá Ñïäüðçò
κυρίαρχη εξουσία δηλαδή ρυθµίζει τη «γυµνή ζωή» και
συνεπώς τη θεµελιώδη βιοπολιτική ροή».16
Κατά τον Z. Bauman οι νεοεισελθέντες
είναι «απεδαφοποιηµένοι» µε την έννοια ότι
µεταναστεύοντας, εγκαταλείποντας µια επικράτεια,
παύουν να ανήκουν σε αυτή, εισέρχονται σε µια
κατάσταση όπου παύει να τους αντιστοιχεί χώρος. «Δεν
αποτελούν στ΄ αλήθεια µέρος του τόπου. «Βρίσκονται»
αλλά δεν «ανήκουν» στο χώρο που καταλαµβάνουν µε
την παρουσία τους». Στην πραγµατικότητα δηλαδή οι
κρατούµενοι στους «συνοριακούς χώρους» κράτησης,
οι «υπό απέλαση», δε βρίσκονται στο έδαφος του
κράτους στο οποίο εισέρχονται, στο εσωτερικό
κάποιων εθνικών συνόρων. «Αιωρούνται σε ένα
χωρικό κενό, στο οποίο ο χρόνος έχει σταµατήσει.
Δεν είναι ούτε εγκατεστηµένοι, ούτε περιπλανώµενοι,
ούτε ενδηµούντες ούτε νοµάδες».17 Η «εγγραφή»
τους σε µια επικράτεια και σε µια δικαιοπολιτική
τάξη προϋποθέτει αφενός την ολική «απογύµνωσή»
και αφετέρου την απόκτηση κάποιων αντικειµενικών
ιδιοτήτων, την «οικοδόµηση» µιας νέας «ταυτότητας».
Το βίωµα του εγκλεισµού σε τέτοιους
χώρους (στα κέντρα κράτησης), µε βάση τις
περιγραφές, φαίνεται να παρέχει την ικανή και
αναγκαία συνθήκη όπου επιτελείται η απαιτούµενη
αναµόρφωση των υποκειµένων και η ένταξη σε µια
δικαιοπολιτική τάξη. Οι υλικές συνθήκες διαβίωσης,
οι καταναγκασµοί και οι απαγορεύσεις δε µπορεί
παρά να επιδρούν στο σώµα αλλά και στον ψυχισµό
των κρατουµένων. Η ίδια η θέσπιση της διοικητικής
κράτησης και η στέρηση κάθε δικαιώµατος σε αυτούς
τους χώρους προµηνύουν τη µελλοντική θέση των
κρατουµένων στην εν λόγω επικράτεια. Η τεχνική της
υποκειµενοποίησης,18 της πρόσδοσης αντικειµενικής
ταυτότητας µέσω του εγκλεισµού στους χώρους
κράτησης είναι που διερευνάται εδώ.
«Οι “πόλεις του πουθενά” των περίκλειστων
στρατοπέδων προσφύγων αποτελούν εργαστήρια
όπου σε ακραίες συνθήκες δοκιµάζονται “η
απονοηµατοδότηση του τόπου, η ευθραυστότητα και
αναλωσιµότητα των νοηµάτων, η απροσδιοριστία και
ευπλαστότητα των ταυτοτήτων”».19
Ως χώρος εµπερικλείει τον περιορισµό της
κίνησης, τον εξαναγκασµό, την τιµωρία, το συνετισµό
αλλά δεν εντάσσεται στο σύστηµα των φυλακών.
Προσδίδει συλλογική20 ταυτότητα αλλά δε λειτουργεί
σωφρονιστικά. Λέγεται κράτηση αλλά δε διαρκεί όσο
αυτή ούτε έχει απαραίτητα τη µορφή των γνωστών
14: «êõñéáêÜôéêç åëåõèåñïôõðßá», 15/10/2000
15: Agamben G., homo sacer: Êõñßáñ÷ç Åîïõóßá êáé ÃõìíÞ ÆùÞ, óåë. 45, Scripta, ÁèÞíá, 2005
16: Agamben G., ÌïñöÞ-ôçò-æùÞò, óåë. 43, ÅëåõèåñéáêÞ Êïõëôïýñá, ÁèÞíá, 2002
17: Báuman Z., ÑåõóôÞ áãÜðç, óåë. 32, Âéâëéïðùëåßïí ôçò “Åóôßáò”, ÁèÞíá, 2006
18: Ï M. Foucault áíáöÝñåé üôé áðü ôï äÝêáôï Ýíáôï áéþíá ê.å. «ï “Üíèñùðïò”... èá ãßíåé óôü÷ïò ôçò ðïéíéêÞò åðÝìâáóçò, ôï
áíôéêåßìåíï ðïõ ç ðïéíéêÞ åðÝìâáóç äéáôåßíåôáé üôé èá ôï áíáìïñöþóåé êáé èá ôï ìåôáâÜëåé,...», åäþ Ýãêåéôáé ç áíáöåñüìåíç
õðïêåéìåíïðïßçóç ðïõ öáßíåôáé íá áðïðåéñÜôáé ìÝóá óôïõò ÷þñïõò êñÜôçóçò ìåôáíáóôþí (Ï ÌåãÜëïò Åãêëåéóìüò, Ìáýñç Ëßóôá,
ÁèÞíá, 1999).
19: Báuman Z., ÑåõóôÞ áãÜðç, óåë. 244, Âéâëéïðùëåßïí ôçò “Åóôßáò”, ÁèÞíá, 2006
20: äåäïìÝíïõ üôé êÜèå ìåôáíÜóôçò ðïõ ðáñÜíïìá åéóÝñ÷åôáé åíôüò ôùí óõíüñùí «ïöåßëåé» ôçí Ýêôéóç ôñéìÞíïõ óå ÷þñï
êñÜôçóçò. ¢ñá ç ðïéíÞ áöïñÜ Ýíá óõëëïãéêü õðïêåßìåíï, ôïõò “ëáèñïìåôáíÜóôåò” êáé äåí åßíáé áôïìéêÞ.
9