åéóáãùãéêÜ:
ÃÉÁ ÔÇ ÓÕËËÏÃÇ ÐËÇÑÏÖÏÑÉÙÍ
Ó×ÅÔÉÊÁ ÌÅ ÔÏÕÓ ×ÙÑÏÕÓ ÊÑÁÔÇÓÇÓ
Αδύνατη φάνηκε και η νοµότυπη αναζήτηση
κατόψεων ή η εξωτερική λήψη φωτογραφιών των
χώρων. Χαρακτηριστική είναι η προσαγωγή και τρίωρη
κράτηση ατόµου που αποπειράθηκε να φωτογραφήσει
φανερά το Αλλοδαπών από την Π. Ράλλη για τους
σκοπούς αυτού του κειµένου.
Επίσης, λόγω γνωστής “αδιαφάνειας” της
λειτουργίας του Υπουργείου Δηµόσιας Τάξης και
άλλων αρµόδιων φορέων δεν κατέστη δυνατό
να εντοπιστούν οι ουσιαστικές διαφορές στις
αρµοδιότητες των τµηµάτων συνοριακής φύλαξης και
των συνοριακών φυλακίων (αν αυτές υπάρχουν) ούτε
να επιβεβαιωθεί η περίπτωση να διεκπεραιώνουν
αρµοδιότητες συνοριακής φύλαξης τα εκάστοτε Α.Τ.
των παραµεθόριων περιοχών (και να καθοριστεί
συγκεκριµένα ποια είναι αυτά). Έτσι, για παράδειγµα,
το Τµήµα Συνοριακής Φύλαξης Διδυµοτείχου, µπορεί να
είναι ένα Α.Τ. που στεγάζει την υπηρεσία συνοριακής
φύλαξης της περιοχής, µπορεί να είναι ένα,
ανεξάρτητο από τη λειτουργία της αστυνοµίας πόλης,
τµήµα που ασχολείται αποκλειστικά µε ζητήµατα
συνοριακής φύλαξης ή µπορεί να είναι και ένα Α.Τ.
που διεκπεραιώνει και διαδικασίες φύλαξης συνόρων,
τυπικά ή όχι.
Οι πληροφορίες οι σχετικές µε τους χώρους
κράτησης προέρχονται από τα βιώµατα προσφύγωνπρώην κρατουµένων, που βρέθηκαν σε διαφορετικές
περιόδους σε χώρους κράτησης ανά την Ελλάδα.
Ερωτήσεις για τους χώρους αυτούς υποβλήθηκαν
και σε υπαλλήλους διαφόρων οργανώσεων, όπως
του Ελληνικού Συµβουλίου για τους Πρόσφυγες
(Ε.Σ.Π. ή GCR). Επιπλέον στοιχεία για τους χώρους
κράτησης και τις συνθήκες που επικρατούν σε
αυτούς συλλέχθηκαν από εκθέσεις οργανώσεων και
οργανισµών, δηµοσιεύµατα του τύπου και ιστοσελίδων
ενηµέρωσης, κείµενα σπουδαστικών εργασιών κλπ.
Η πρωτογενής πληροφορία που προέρχεται από
τις περιγραφές των προσφύγων παρατίθεται στο
παράρτηµα (α) µε τη µορφή κειµένου και σκίτσων,
ενώ εκείνη από τις υπόλοιπες πηγές συνοψίζεται
σε πίνακες στο κυρίως κείµενο και στο παράρτηµα
(β). Στο τρίτο παράρτηµα (γ) βρίσκονται αυτούσιες
ÅÍÍÏÉÏËÏÃÉÊÁ
κάποιες περιγραφές χώρων και των συνθηκών τους,
χωρισµένες κατά θεµατολογία. Τα παραρτήµατα
Χάριν εννοιολογικής σαφήνειας, εισάγονται
αποσκοπούν στο σχηµατισµό της εικόνας των χώρων
στο
σηµείο
αυτό, συνοπτικά, οι ορισµοί κάποιων
κράτησης σύµφωνα πάντα µε τις πληροφορίες που
βασικών εννοιών που αναφέρονται στη συνέχεια.
κατέστη δυνατό να συλλεχθούν.
Δεδοµένο είναι ότι τα άτοµα που βρίσκονται µέσα
Η ανυπαρξία αυτοψιών έγκειται στη µεν σε χώρους κράτησης είναι αιτούντες άσυλο και
περίπτωση των συνοριακών χώρων κράτησης (φυλακίων, µετανάστες. Μετανάστες, σύµφωνα µε το γενικό
αµιγώς χώρων διοικητικής κράτησης µεταναστών χωρίς ορισµό1, είναι οι υπήκοοι κρατών εκτός Ε.Ε. που έχουν
έγγραφα και άλλων εγκαταστάσεων όπως στρατώνες) εισέλθει νόµιµα ή παράνοµα στην Ελλάδα µε σκοπό
καταρχήν στην απόστασή τους από κατοικηµένες την εγκατάσταση και την ανεύρεση προσωρινής ή
περιοχές και µέσα µαζικής µεταφοράς, στη δε µόνιµης εργασίας. Στους χώρους αυτούς κρατούνται
περίπτωση των φυλακών, των Γενικών Αστυνοµικών όσοι µετανάστες εισήλθαν παράνοµα στην
Διευθύνσεων και του Τµήµατος Αλλοδαπών Αττικής Ελλάδα και συνελήφθησαν από τις αρχές. Ο όρος
στα υψηλά µέτρα ασφαλείας, που προϋποθέτουν «λαθροµετανάστες» έχει λειτουργήσει έτσι ώστε
µακρόχρονες γραφειοκρατικές διαδικασίες µε ενίοτε να αντικαθιστά τον όρο «µετανάστες» ή να
αµφίβολο αποτέλεσµα. Σε κάθε περίπτωση πάντως, του προσδίδει αρνητική χροιά, όντας ο ίδιος (ο
οι αρµόδιοι φορείς (Υπ. Εσωτερικών Δηµ. Διοίκησης όρος «λαθροµετανάστες») αρνητικά φορτισµένος.
και Αποκέντρωσης, Διοίκηση του Τµήµατος Αλλοδαπών
“ÅÃÊËÇÌÁÔÁ ÐÅÄÉÏÕ
Αττικής κλπ) έδειξαν τουλάχιστον απροθυµία, κάθε
ðïõ
áíáðáñÜãïõí,
óå óìßêñõíóç,
φορά που επιχειρήθηκε η εξασφάλιση εισόδου
ôá åãêëÞìáôá ôùí ãêïýëáãê,
σε χώρο κράτησης. Αυτό επιβεβαιώνεται και από
ôùí
«óôñáôïðÝäùí
ôïõ èáíÜôïõ», óôá ïðïßá
εργαζόµενους σε αυτούς τους χώρους που ρωτήθηκαν
ç
óõãêÝíôñùóç
ôùí
ðëçèõóìþí
ðñïçãïýíôáí
σχετικά. Στο παράρτηµα (γ) επιβεβαιώνεται η δυσκολία
áðü
ôçí
åîüíôùóÞ
ôïõò”
πρόσβασης σε τέτοιου είδους εγκαταστάσεις και
από υπαλλήλους καθεστωτικών φορέων.
Ðùë Âéñéëéü
1: Óôïí åëëçíéêü íüìï, ìåôáíÜóôåò åßíáé, «ôá Üôïìá ðïõ åãêáôáëåßðïõí ôç ÷þñá ôïõò ïéêåéïèåëþò ìå óêïðü íá åãêáôáóôáèïýí
óå Üëëç ÷þñá ãéá ðñïóùðéêïýò, ïéêïãåíåéáêïýò Þ ïéêïíïìéêïýò ëüãïõò...» (Ì.ËïãïèÝôç (2006), Ñáôóéóìüò êáé åèíéêéóìüò
óôçí ÅëëÜäá ôá ÷ñüíéá ôïõ ‘90 Áõôïíïmedia óåë 15)
3