Όλοι οι µετανάστες είναι «λαθροµετανάστες»
όταν εισέρχονται χωρίς τα απαιτούµενα έγγραφα
ή όταν λήξει η βίζα τους έως ότου και εφόσον
νοµιµοποιηθούν. Αιτούντες άσυλο είναι οι υπήκοοι
κρατών εκτός ΕΕ που εισέρχονται στην Ελλάδα
νόµιµα ή παράνοµα ζητώντας να αποκτήσουν την
ιδιότητα του πρόσφυγα. Πρόσφυγες, σύµφωνα µε τον
κυρίαρχο ορισµό2, είναι οι αλλοδαποί που αποκτούν
το καθεστώς του πρόσφυγα από το ελληνικό κράτος.
Καθώς η παροχή ασύλου δεν είναι καθόλου σύνηθες
φαινόµενο (το 2006 αναγνωρίστηκε το 0,61% των
αιτούντων και φέτος, µέχρι τον Αύγουστο, το 0,09%
των αιτούντων, σύµφωνα µε τα στοιχεία που δίνει η
Ύπατη Αρµοστεία του Ο.Η.Ε. για τους πρόσφυγες) στο
παρόν κείµενο, αποκαλούνται έτσι όσοι από αυτούς
που κρατούνται έχουν λόγους δίωξης στη χώρα τους
άσχετα αν έχουν καταθέσει αίτηση για άσυλο, αν
έχει ληφθεί απόφαση για το καθεστώς τους από το
κράτος και αν το αίτηµά τους έχει ικανοποιηθεί.
Γενικά, ο όρος µετανάστης, µέχρι πρότινος
τουλάχιστον, µαρτυρούσε τα οικονοµικά κίνητρα της
µετανάστευσης και άρα πιο «ταπεινά» ως τέτοια,
από αυτά του πρόσφυγα. Επίσης, ο διαχωρισµός
των δύο αυτών όρων, θα χρησίµευε πρακτικά στους
πρόσφυγες, µόνο στην περίπτωση που θα υπήρχαν
πιθανότητες λήψης ασύλου, γεγονός που σήµερα
είναι σχεδόν απίθανο. Παρόλα αυτά, εφόσον αυτή
τη στιγµή εκκρεµούν αιτήσεις ασύλου και άτοµα
προσφεύγουν σε αυτή τη λύση, δεν είναι δυνατόν να
µη χρησιµοποιείται ως όρος. Επίσης, η µη χρήση του
όρου θα σήµαινε ίσως µια εκ των προτέρων αποδοχή
και κοινωνική νοµιµοποίηση του ότι πλέον οι αιτήσεις
ασύλου δε γίνονται αποδεκτές κατά τη µεγάλη τους
πλειοψηφία. Ήδη στις τελευταίες µεταναστευτικές
νοµοθεσίες (2001 και 2004), ο όρος πρόσφυγας
τείνει να εξαλειφθεί καθώς αναφέρεται ελάχιστες
φορές. Σε κάθε περίπτωση πάντως, το εγχείρηµα της
µετανάστευσης είναι ένα και αφορά στην επιβίωση.
Στην ουσία του, ο διαχωρισµός είναι πλαστός. Για
τους λόγους αυτούς, στη συνέχεια αναφέρεται συχνά
ο όρος µετανάστης προκειµένου να ονοµάσει κάθε
άτοµο που αναγκάζεται να µεταναστεύσει και να
ενταχθεί έτσι σε ένα επιβεβληµένα εκτοπισµένο
πληθυσµιακό σύνολο. Ο όρος πρόσφυγας
χρησιµοποιείται όταν το ίδιο το άτοµο στο οποίο
αναφέρεται δηλώνει αυτή του την ιδιότητα, όπως
στις περιπτώσεις των προσφύγων που περιγράφουν
παρακάτω τους χώρους όπου κρατήθηκαν (παράρτηµα
α). Επίσης, ο ίδιος όρος (πρόσφυγες) χρησιµοποιείται
όταν όλα τα άτοµα για τα οποία γίνεται η αναφορά
έχουν την πρόθεση να αιτηθούν άσυλο ή το έχουν
4
κάνει ήδη.
Όσον αφορά στην ονοµασία των χώρων όπου
κρατούνται οι µετανάστες, όροι όπως «κέντρο
προσωρινής φιλοξενίας» ή «κέντρο προσωρινής
διαµονής/υποδοχής λαθρο-µεταναστών» αναφέρονται
στις πηγές από τους φορείς που εµπλέκονται µε την
κράτηση και είναι παντελώς αβάσιµοι και προφανώς
παραπλανητικοί καθώς οι συνθήκες που αναφέρονται
στη συνέχεια δεν συνιστούν στα σίγουρα κάτι από
τα παραπάνω. Στο παρόν χρησιµοποιούνται σχετικά
«ήπιοι» όροι, όπως «χώροι κράτησης» ή «κέντρα
(προσωρινής) κράτησης» αφού, εκ των πραγµάτων
πρόκειται για διοικητική κράτηση. Όροι όπως
«στρατόπεδα συγκέντρωσης» που αναφέρονται
συχνά σε πολιτικά έντυπα δεν χρησιµοποιούνται
εδώ, όχι για λόγους διαφωνίας (καθώς αναµφίβολα
πληθυσµοί συγκεντρώνονται σε χώρους κράτησης που
προσοµοιάζουν σε στρατόπεδα) αλλά γιατί αφενός
στη συνέχεια γίνεται µια προσπάθεια εκτίµησης
αυτών των χώρων και αφετέρου γιατί ο όρος
(«στρατόπεδο συγκέντρωσης») είναι φορτισµένος
ιστορικά και διαφέρει αφού στη σύγχρονη συγκυρία
οι χώροι κράτησης µεταναστών δεν αποσκοπούν στο
φυσικό αφανισµό των εγκλείστων (παρόλο που αυτό
ενίοτε γίνεται πραγµατικότητα, βλ. θανάτους µετά από
απέλαση από το νησί Λαµπεντούζα στην Ιταλία και
την αναφορά δύο θανάτων κατά τις πρώτες ηµέρες
λειτουργίας του χώρου κράτησης της Βέννας).
Τέλος είναι σηµαντικό να αναφερθεί το
γεγονός ότι οι συχνές παραποµπές σε κείµενα
γνωστών στοχαστών δεν αποτελούν αυτοµατοποιηµένη
αναπαραγωγή των σκέψεών τους προκειµένου να
προσδοθεί κύρος στο λόγο του κειµένου που έπεται.
Ακόµη περισσότερο δεν σηµαίνουν απαραίτητα την
ταύτιση µε τις ευρύτερες θέσεις τους. Κρατώντας
αποστάσεις από τις τοποθετήσεις του εκάστοτε
στοχαστή, παραπέµπουµε στα σηµεία που αυτός έχει,
για εµάς, προσεγγίσει εύστοχα το εν λόγω θέµα. Η
παραποµπή σε θεσµικούς φορείς όπως µ.κ.ο., διεθνείς
οργανισµούς και µ.µ.ε. γίνεται γιατί αυτοί υπήρξαν
σηµαντικές πηγές για την άντληση πληροφοριών
σχετικά µε χώρους που αποτελούν terra incognita στο
σύγχρονο κόσµο και όχι γιατί συντασσόµαστε µε την
ύπαρξη, λειτουργία και δράση αυτών των φορέων.
2: Ï ïñéóìüò ðïõ äßíåé ç Óýìâáóç ôçò Ãåíåýçò (1951) êáé ôï Ðñùôüêïëëï ôçò Í. Õüñêçò (1967) ðïõ ôçí ôñïðïðïßçóå åßíáé:
ðñüóöõãåò åßíáé üóïé «âñßóêïíôáé åêôüò ÷þñáò õðçêïüôçôÜò ôïõò ëüãù äéêáéïëïãçìÝíïõ öüâïõ äßùîçò åîáéôßáò ôçò öõëÞò,
èñçóêåßáò, åèíéêüôçôáò, êïéíùíéêÞò ôÜîçò Þ ðïëéôéêþí ðåðïéèÞóåþí ôïõò êáé ïé ïðïßïé ãéá ôï ëüãï áõôü áäõíáôïýí Þ äåí
åðéèõìïýí íá åðéóôñÝøïõí óôç ÷þñá ðñïÝëåõóçò. Ôï ßäéï éó÷ýåé ãéá üóïõò âñßóêïíôáé ãéá ôÝôïéïõò ëüãïõò åêôüò ôçò ÷þñáò
ìüíéìçò äéáìïíÞò ôïõò. Ôçí ðñïóöõãéêÞ éäéüôçôá åðßóçò äéêáéïýôáé íá æçôÞóåé ï ðïëßôçò (Þ áíéèáãåíÞò) ôñßôçò ÷þñáò, ï ïðïßïò
õðÜãåôáé óôï êáèåóôþò áõôü ëüãù ìåôáãåíÝóôåñùí ôçò áíá÷þñçóÞò ôïõ áðü ôç ÷þñá ðñïÝëåõóçò ãåãïíüôùí ðïõ Ýëáâáí
÷þñá åêåß» (Ì.ËïãïèÝôç (2006), Ñáôóéóìüò êáé åèíéêéóìüò óôçí ÅëëÜäá ôá ÷ñüíéá ôïõ ‘90, Áõôïíïmedia óåë 15)