οικογένειες ή γυναίκες σε κατάσταση εγκυμοσύνης, ασθενείς ή άνθρωποι με την
υποψία ότι μεταφέρουν κάποια μεταδοτική ασθένεια, συνήθως φυματίωση, ψώρα,
ηπατίτιδα, AIDS κ.ά. Τα κοντέινερς αυτά είχαν τόσο πολύ συνδεθεί συμβολικά με
την ασθένεια, και κατ’ επέκταση με έναν τόπο μιαρότητας, που πολλοί από τους
υπαλλήλους είτε δεν τα πλησίαζαν, είτε φορούσαν μάσκα και γάντια αν έπρεπε να
έρθουν σε επαφή με τους ανθρώπους που έμεναν σε αυτά. Άλλες πάλι φορές
έστελναν ως διαμεσολαβητές άλλους, συνήθως υπάλληλους Μη Κυβερνητικών
Οργανώσεων, διερμηνείς, δικηγόρους, κοινωνικούς λειτουργούς ή τις καθαρίστριες.
Δεν είχε σημασία αν αυτοί που διέμεναν στα κοντέινερς ήταν άρρωστοι, γυναίκες
εγκυμονούσες ή οικογένειες με παιδιά. Οι χώροι αυτοί εκλαμβάνονταν ως μιαροί και
επικίνδυνοι, όπου και μόνο η «υποψία» της ασθένειας είχε ως αποτέλεσμα
μεγαλύτερη διάκριση σε βάρος τους, ως προς την μεταχείριση και την περεταίρω
συρρίκνωση των δικαιωμάτων τους σε σχέση με τους υπόλοιπους· για παράδειγμα,
τις περισσότερες φορές δεν προαυλίζονταν. Το φάντασμα της ασθένειας αιωρούνταν
πάνω από τα κεφάλια των προσφύγων, βάραινε τους ώμους τους και τους
ακολουθούσε μέχρι να αποχωρίσουν από το κέντρο κράτησης. Το δεύτερο επίπεδο
ήταν και πιο απομονωμένο αποκομμένο από το πρώτο.
Το τέταρτο κοντέινερ χρησιμοποιούνταν από τις αστυνομικές αρχές και το λιμενικό.
Μέσα σε αυτό πραγματοποιούνταν η δακτυλοσκόπηση, είτε πάνω σε χαρτί είτε
ηλεκτρονικά με την χρήση ειδικού σαρωτή, η φωτογράφηση του προσώπου των
«φιλοξενούμενων» και η καταγραφή προσωπικών δεδομένων, όπως η ηλικία, το
φύλο, το ύψος και η εθνικότητα. Η διαδικασία αυτή μπορούσε να κρατήσει αρκετές
ώρες, είτε γιατί η χρήση της ηλεκτρονικής καταγραφής των αποτυπωμάτων δεν ήταν
πάντοτε εφικτή, και άρα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί ο πιο «απαρχαιωμένος» τρόπος
(χαρτί και μελάνι), είτε επειδή και οι ίδιοι οι πρόσφυγες υπονόμευαν με τεχνάσματα
αυτήν την διαδικασία. Γνωρίζοντας καλά και οι ίδιοι ότι το να «αφήσουν» τα
αποτυπώματα τους στην Ελλάδα δεν θα τους επιτρέψει την είσοδο τους σε άλλη
Ευρωπαϊκή χώρα,20 τοποθετούσαν κόλλα στα δάχτυλα και τις παλάμες τους ή τα
20
Λόγω του Κανονισμού Δουβλίνο ΙΙ. Ο Κανονισμός του Δουβλίνο ΙΙ προβλέπει ότι «η εξέταση κάθε
αιτήματος ασύλου να γίνεται σε μία και μόνο χώρα. Προαπαιτούμενο ενός τέτοιου συστήματος είναι
ότι όλες οι χώρες δεσμεύονται από τις ίδιες διεθνείς συνθήκες και ότι συνεπώς οι αιτούντες άσυλο θα
15
Select target paragraph3
Connect to a paragraph
Connect to an entity
Disable highlights
Add to table of contents