Σε αυτό το πεδίο σύγχρονου αντιµεταναστευτικού λόγου και πράξης, η παρουσία στρατοπέδων κράτησης µεταναστών, χώρων απόλυτου δικαιικού κενού, χώρων «εξαίρεσης»9, διασκορπισµένων σε ολόκληρο το ευρωπαϊκό έδαφος (αλλά και περιµετρικά αυτού) αποτελούν κοµµάτι ενός πολέµου ενάντια στους αµάχους, τους µη πολίτες, τους «υπό απέλαση». 1.2./ Ï ×ÙÑÏÓ ÔÙÍ ÓÕÍÏÑÙÍ 1.2.1/ ÊÁÈÅÓÔÙÓ ÊÁÉ ÌÏÑÖÇ “...ôçí åðï÷Þ, óôçí ïðïßá üëá åßíáé óõíïëéêÜ ÅÎÙÔÅÑÉÊÏ, áöïý ôï åóùôåñéêü, ôï ÅÍÔÏÓ, åßíáé ôï Ýó÷áôï üñéï, ç ÐÅÑÁÔÏÔÇÔÁ ôïõ êüóìïõ, êáé ôï åîùôåñéêü ç ÐËÇÑÏÔÇÔÁ ôïõ.” Ðùë Âéñéëéü Σε µια εποχή πολιτικής, οικονοµικής και στρατιωτικής συνολοποίησης τα σύνορα δε θα µπορούσαν να διατηρήσουν ακέραια την προηγούµενη µορφή τους, «Γεωπολιτική και γεωστρατηγική αλληλοεξαλείφονται µε τη σειρά τους, µαζί µε τα εσωτερικά σύνορα που χώριζαν κάποτε τα κράτη...».10 Ο χώρος, το «εσωτερικό» και το «εξωτερικό» ουσιαστικά αντιστρέφονται. Η σύγχρονη πόλη µετατρέπεται σε ακρόπολη και τα σύνορα της επικράτειας διαφαίνονται σχηµατισµένα στον ιστό της. Συνοριακές δοµές όπως οι χώροι κράτησης και η συνοριακή φύλαξη συναντώνται στα κέντρα των πόλεων. Στην Αθήνα το Τµήµα Αλλοδαπών, ευρισκόµενο άλλοτε στην Αλεξάνδρας, τη Λένορµαν και σήµερα στην Πέτρου Ράλλη ή τα κρατητήρια των Α.Τ. συγκεντρώνουν µετανάστες προς απέλαση για τρίµηνο ή και περισσότερο. Συνοριακοί φρουροί φυλάνε τα κέντρα προσωρινής κράτησης ή «σαρώνουν» το κέντρο της πόλης. Συγχρόνως, οι ζώνες αποτροπής διέλευσης είναι ένα µοντέρνο (µε τη σύγχρονη µορφή του) φαινόµενο που (από τα µέτρα ασφαλείας στο Μαρµαρά της Χαλκιδικής και την οχύρωση του χώρου γύρω από το Ζάππειο κατά την ελληνική προεδρία της Ε.Ε. αλλά και άλλα όλο και πιο συχνά παραδείγµατα) καταδεικνύει στο µέγιστο το µετασχηµατισµό του αστεακού εδάφους σε σύµπλεγµα µικρότερων «επικρατειών», χαραγµένων από αντίστοιχες «συνοριακές ζώνες». “Åêåß ðïõ, Üëëïôå, ç ôïðéêÞ áõôïêñáôïñßá óôçñéæüôáí óôéò ðüëåéò, ç óõíïëéêÞ áõôïêñáôïñßá åðéíïåß ãéá ëïãáñéáóìü ôçò Ýíá ìïíïðþëéï, Þ, áêñéâÝóôåñá, ìéá Ýêêåíôñç ìåãÜðïëç...” Ðùë Âéñéëéü Αν η πόλη είναι το κέντρο του πολιτικού βίου και µε αυτή την έννοια, ο κατ’ εξοχήν πολιτικός χώρος της επικράτειας, δηλαδή το πεδίο όπου διαδραµατίζεται ο πολιτικός βίος της κοινωνίας της χώρας, τότε ενσαρκώνει και την ποιότητα της εν λόγω κοινωνίας. Ο χώρος των συνόρων (και των συνοριακών δοµών) αποτελεί τον τόπο όπου η κυρίαρχη εξουσία έχει το µονοπώλιο της απόφασης και διαχείρισης και µε αυτή την έννοια, όποιος τα διασχίζει οφείλει να αναµετρηθεί απ’ ευθείας µε αυτή. Όταν, µε την αύξηση της «κινητικότητας», δηλαδή της εισροής µεταναστών, τα γεγονότα που διαδραµατίζονται στα σύνορα αποκτούν υπολογίσιµο αριθµό αλλά και σηµασία, τότε ο χώρος των συνόρων ανάγεται σε εκείνο τον «κρίσιµο χώρο» όπου καταδεικνύεται η ποιότητα της κοινωνίας και του πολιτικού βίου που λαµβάνει χώρα στην επικράτεια. Μετατρέπεται δηλαδή µε αυτόν τον τρόπο σε «πόλη» µε την έννοια αυτής που εξηγήθηκε πριν.11 Το πλάτος των συνοριακών ζωνών µετριέται σε χιλιόµετρα των εκατέρωθεν επικρατειών και συνοριακές δοµές όπως χώροι κράτησης µεταναστών και συνοριοφυλακή τοποθετούνται εντός τους. Χαρακτηριστική είναι η πρόσφατη επέκταση των συνόρων της Ε.Ε. εκτός της γεωγραφικής της περιµέτρου και η τοποθέτηση χώρων κράτησης δικής της διαχείρισης σε χώρες όπως το Μαρόκο, η Λιβύη, η Τυνησία, η Αίγυπτος ή στην Ανατολική Ευρώπη, η Αλβανία, η Σλοβακία κλπ. Παράλληλα, τα σύνορα διαµορφώνονται σε ζώνες διαχείρισης υπερεθνικών κέντρων και επικρατειών (Ε.Ε.) και θωρακίζονται απέναντι στους µη πολίτες των αντίστοιχων υπερεθνικών ενώσεων (τους προερχόµενους από χώρες εκτός Σένγκεν). Τα σύνορα δεν ορίζουν µόνο το γεωγραφικό χώρο µιας επικράτειας αλλά το χώρο διαχείρισης και ισχύος µιας δικαιοπολιτικής τάξης και άρα, όπως αναφέρει ο W. Benjamin, αυτό που εγγυώνται «πέρα από κάθε απόκτηση ιδιοκτησίας, είναι η εξουσία».12 9: êáôÜóôáóç óôçí ïðïßá åðéêñáôåß ç «ó÷Ýóç åîáßñåóçò» ùò ç «áêñáßá ìïñöÞ ôçò ó÷Ýóçò ç ïðïßá ðåñéëáìâÜíåé êÜôé ìüíï ìÝóù ôïõ áðïêëåéóìïý ôïõ» (Agamben G., homo sacer: Êõñßáñ÷ç Åîïõóßá êáé ÃõìíÞ ÆùÞ, óåë. 42, Scripta, ÁèÞíá, 2005) 10: Virilio P., Ðáíéêüâëçôç Ðüëç: ôï áëëïý áñ÷ßæåé åäþ, óåë. 62, Íçóßäåò, ÁèÞíá, 2004 11: “ðïëéôéêÞ åßíáé ðñþôá êáé êýñéá ç ðüëéò”, ibid., óåë. 9 12: Benjamin W., Ãéá ìéá êñéôéêÞ ôçò âßáò, óåë. 24, ÅëåõèåñéáêÞ Êïõëôïýñá, ÁèÞíá, 2002 7

Select target paragraph3