Με την εν λόγω «υπερδραστηριότητα» ευρωπαϊκών συνθηκών και υπερεθνικών συµφωνιών, όσον αφορά στην οχύρωση των συνόρων, το καθεστώς εξαίρεσης έγκειται (εκτός από τους χώρους κράτησης, όπως θα φανεί στη συνέχεια) και στην αποφασιστική αρµοδιότητα της αστυνοµίας σε σχέση µε τους µετανάστες. Ακόµα και θεσµικά δηλαδή καταδεικνύεται το δικαιικό οξύµωρο της υπεροχής της αστυνοµίας πάνω στη δικαιοσύνη.6 Σε κάθε περίπτωση οι προθέσεις της κρατικής εξουσίας µέσω της µεταναστευτικής πολιτικής είναι σαφείς. Είτε κατά την είσοδο των µεταναστών στα σύνορα είτε στη µετέπειτα διαµονή τους στο εσωτερικό των ανεπτυγµένων κρατών, η διαθέσιµη επιλογή βρίσκεται, όπως χαρακτηριστικά σηµειώνει ο Ζ. Bauman, µεταξύ της «ανθρωποπεµεσικής και της ανθρωποφαγικής» λύσης στο πρόβληµα των «ξένων», δηλαδή της συγκέντρωσης και απέλασής τους είτε από την επικράτεια είτε µια και καλή από το µάταιο τούτο κόσµο ή της κατασπάραξής τους µέσω της κοινωνικής-πολιτισµικής αφοµοίωσης. Ο εγκλεισµός σε χώρους κράτησης (ως γενικευµένου φαινοµένου7) συµβάλει καθοριστικά στη διαµόρφωση της οριστικής θέσης του µετανάστη στα χαµηλότερα στρώµατα της κοινωνικής ιεραρχίας είτε ως υποτελούς και φοβισµένου πληβείου είτε ως περιθωριοποιηµένου και κατώτερου όντος µέσα στο κοινωνικό σώµα. Η κατά τα φαινόµενα «ισότητα» που επιτυγχάνεται ενίοτε, επιτυγχάνεται µε περιορισµούς της ελευθερίας και καταστρατήγηση ακόµα και της υπάρχουσας δικαιοσύνης. Οι συνοριακές δοµές εγκλεισµού, ως σύστηµα εξαναγκασµού, τιµωρίας και συνετισµού αλλά και η υπερεκπροσώπηση αλλοδαπών στις φυλακές και άρα η ποινική διαχείριση της ανέχειας, η εν γένει αντιµετώπιση της µετανάστευσης ως συλλογικής παρανοµίας, αντικατοπτρίζουν την ποινικοποίηση της ανεξέλεγκτης ανθρώπινης µετακίνησης και τη µετέπειτα διαχείριση των πληθυσµιακών ροών. Για τη συγκρότηση της εν λόγω πολιτικής, το νεωτερικό κράτος επινοεί την κατασκευή της εχθρικής εικόνας του «ξένου» την οποία καθηµερινά πλάθει στο πρόσωπο των µεταναστών και η οποία του είναι απαραίτητη για τη νοµιµοποίηση της εξουσίας και των επιθετικών πρακτικών του. Οι µετανάστες σήµερα αποτελούν τα βολικά υποκείµενα µιας ακόµα επινοηµένης «απειλής» και τελικά της διοίκησης του 6 δηµόσιου φόβου που αυτή προκαλεί. Η διάδοση δηλαδή του πανικού µε το πρόσχηµα της αποτροπής του, αποτελεί ικανή και αναγκαία τακτική νοµιµοποίησης των επιλογών της κρατικής εξουσίας. Στα σύγχρονα δυτικά κράτη ο µετανάστης απολαµβάνει το «προνόµιο», να είναι ένα από τα στοιχεία πάνω στον αποκλεισµό των οποίων θεµελιώνεται η µοντέρνα διακυβέρνηση. Στην Ευρώπη και την Ελλάδα, τα φαντάσµατα στυγερών εγκληµατιών και οι καλικάντζαροι των αστικών θρύλων, τα αποκυήµατα των ανασφαλειών της ζωής στην πόλη, αντικαθίστανται από τους µετανάστες. Η αντιµετώπισή τους ανάγεται σε προγραµµατική επιδίωξη για τους κυβερνώντες και εντάσσεται στη µεγαλοστοµία των προεκλογικών υποσχέσεων. Χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγµατα που παραθέτει ο Ζύγκµουντ Μπάουµαν «η µονοµαχία Σιράκ εναντίον Ζοσπέν στις γαλλικές προεδρικές εκλογές του 2002 στην οποία οι δύο αντίπαλοι συναγωνίστηκαν για την κατάκτηση του σώµατος προσφέροντας ολοένα αυστηρότερα µέτρα ενάντια στους εγκληµατίες και τους µετανάστες, ιδίως όµως στους µετανάστες που υποθάλπουν το έγκληµα και την εγκληµατικότητα που υποθάλπεται από τους µετανάστες...ο Σιράκ...δηλώνοντας ότι η πολιτική της «µηδενικής ανοχής» θα γινόταν νόµος µόλις επανεκλεγόταν...ο Ζοσπέν... κήρυξε «τον πόλεµο ενάντια στην ανασφάλεια», υποσχόµενος «µηδενική ελαστικότητα»... όταν ο Σιράκ πρόβαλε την ιδέα των «περίκλειστων κέντρων» για τον περιορισµό των νεαρών παραβατών, ο Ζοσπέν ισοφάρισε την προσφορά µε ένα «όραµα περίκλειστων εγκαταστάσεων»... µε την προοπτική «επί τόπου επιβαλλοµένων ποινών»... στην Πορτογαλία ο Paulo Portas, παίζοντας µε µόνο χαρτί του τη λυσσώδη αντίθεση στη µετανάστευση, βοήθησε να ανέβει στην εξουσία ο νέος δεξιός συνασπισµός (όπως ακριβώς µε το Δανικό Λαϊκό Κόµµα της Pia Kjersgaard στη Δανία, µε τη Λίγκα του Βορρά του Ουµπέρτο Μπόσι στην Ιταλία και το ριζικά αντιµεταναστευτικό Κόµµα της Προόδου στη Νορβηγία).8 Όπως το έθεσε ο McNeil, οι πολιτικοί ανά την Ευρώπη χρησιµοποιούν το στερεότυπο “οι ξένοι προκαλούν την εγκληµατικότητα” για να συνάπτουν το εθνοτικό µίσος, που δεν είναι πολύ της µόδας, µε τον περισσότερο αρεστό φόβο για την προσωπική ασφάλεια. Έτσι ο ορισµός του ξένου, του εχθρού, κρίνεται καθοριστικός για τη συγκρότηση της πλασµατικά οµογενοποιηµένης κοινότητας των αυτοχθόνων, την οχύρωση των ευρωπαϊκών ή εθνικών συνόρων και τη θωράκιση απέναντι στους «ξένους» µε πρόσχηµα την ασφάλεια. 6: «...êÜèå áßôçìÜ ôïõò ãéá åßóïäï óôç ÷þñá óôá óýíïñá åîåôÜæåôáé, ìå âÜóç ôï íüìï, áðü ôéò áóôõíïìéêÝò áñ÷Ýò êáé ü÷é áðü «áíåîÜñôçôï áðü ôçí åêôåëåóôéêÞ åîïõóßá üñãáíï» êáé ôï üôé «äåí êáèéåñþíåôáé äéêáßùìá áêñüáóçò áðü ôïí åéóáããåëÝá ðñéí äéáôá÷èåß ç åðáíáðñïþèçóç ôïõ áíôéêáíïíéêïý áëëïäáðïý», äßíïíôáò óôéò áóôõíïìéêÝò áñ÷Ýò áõîçìÝíåò áñìïäéüôçôåò óå ó÷Ýóç ìå ôïõò «îÝíïõò» ÌáñëÝí ËïãïèÝôç, Ñáôóéóìüò êáé Åèíéêéóìüò ôá ÷ñüíéá ôïõ ‘90, Áõôïíïmedia, óåë. 16 7: ×áñáêôçñéóôéêü ðáñÜäåéãìá ÷þñïõ êñÜôçóçò åêôüò ÅëëÜäáò áðïôåëåß ôï íçóß Ëáìðåíôïýæá óôç íüôéï Éôáëßá, üðïõ ïé óõíèÞêåò êñÜôçóçò åßíáé áíÜëïãåò ìå ôïõ Áìðïý ÃêñÜéìð. ÐïëëÜ êáñÜâéá ðïõ Ýöõãáí ìÝ÷ñé ôþñá áðü åêåß, âïýëéáîáí, áöÞíïíôáò áìÝôñçôïõò ìåôáíÜóôåò íåêñïýò óôïí ðÜôï ôçò ìåóïãåßïõ. 8: Bauman Z., ÑåõóôÞ áãÜðç, óåë. 208, Âéâëéïðùëåßïí ôçò “Åóôßáò”, ÁèÞíá, 2006

Select target paragraph3